φωτογραφική εικόνα που παράγεται, με την άμεση τοποθέτηση αντικειμένων στην επιφάνεια ενός φωτοευαίσθητου υλικού, όπως το φωτογραφικό χαρτί και κατόπιν την έκθεσή του στο φως (χωρίς φωτογραφική μηχανή)
frame (piece of photographic film containing an image) · still (single frame from a film) · image, picture
çekim: çoğul ка́дри
köken: Borrowed from Russian кадр (kadr) or directly from French cadre; from Italian quadro (“framed painting, square”), from Latin quadrum. Doublet of ка́дро (kádro).