ξεμωραίνω

YUNANCA → TR

Tanım

•κάνω κάποιον να αρχίσει να τα χάνει, να παθαίνει άνοια και να κάνει ανοησίες σαν να ήταν μωρό

Eş & Zıt Anlamlılar

Eş anlamlılar