ξεκουτιαίνω

YUNANCA → TR

Tanım

•κάνω κάποιον να χάσει σταδιακά τις νοητικές του δυνάμεις, συνήθως λόγω ηλικίας, να γίνει ξεκούτης

Eş & Zıt Anlamlılar