αυτοερεθισμός

YUNANCA → TR
Tanım
•η πρόκληση σεξουαλικής διέγερσης από το ίδιο το άτομο στον εαυτό του, η αυτοϊκανοποίηση
Diğer Dillerde
İspanyolcaautoestimulación (dişil)
self-stimulation; stimming