autoestimulación

dişil
İSPANYOLCA → TR
Tanım
•self-stimulation; stimming
Diğer Dillerde
η πρόκληση σεξουαλικής διέγερσης από το ίδιο το άτομο στον εαυτό του, η αυτοϊκανοποίηση