αγκυλοστομίαση
YUNANCA → TR
Tanım
•βαριά μολυσματική πάθηση του επιθηλίου του λεπτού εντέρου του ανθρώπου που προκαλείται από τον νηματοσκώληκα Αγκυλόστομα, προκαλώντας λήθαργο και αναιμία
Diğer Dillerde
Portekizceamarelão, ancilostomíase, ancilostomose /a.ma.ɾɛˈlɐ̃w̃/
augmentative of amarelo · yellow; cowardly (lacking courage)
çekim: çoğul amarelões
köken: From amarelo (“yellow”) + -ão (augmentative suffix).