Ana içeriğe geç
Sözlük

άεθνος

YUNANCA → TR

Tanım

•o άπατρις, αυτός που ιδεολογικά δεν αυτοκατατάσσεται σε εθνότητα, αυτός που δεν αποδέχεται τα έθνη

Diğer Dillerde

Portekizcearracial
aracial (without race or race distinctions)
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod