Ana içeriğe geç
Sözlük

arracial

PORTEKIZCE → TR

Tanım

•aracial (without race or race distinctions)

Diğer Dillerde

o άπατρις, αυτός που ιδεολογικά δεν αυτοκατατάσσεται σε εθνότητα, αυτός που δεν αποδέχεται τα έθνη
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod