φανταστικός δαίμονας που θεωρείται ότι βγαίνει, ομαδικά, στην επιφάνεια της γης από τα έγκατά της τις ημέρες του Δωδεκαημέρου και προκαλεί μικροζημιές
çekim: çoğul καλικάντζαροι · tamlayan καλικάντζαρου
eş: κακανθρωπίσματα, καλιβρούσηδες, καλιοντζής, καλλιοντζής, καλιτσάγγαρος, καλλιτσάγγαρος
köken: Etymology unknown.
aile: καλικαντζαράκι, καλικαντζαρούδι
Ποιος έσπασε το πιάτο; Πρέπει να ’ταν ο καλικάντζαρος, ε;
gremlin, imp (small, mischievous sprite or a malevolent supernatural creature)
çekim: çoğul pikkupirut · tamlayan pikkupirun
köken: pikku + piru