Ana içeriğe geç
Sözlük

그렘린

KORECE → TR

Diğer Dillerde

Rusçaгремлин
мифол. в английском фольклоре — проказливое фантастическое существо, вызывающее неисправности в самолётах или другой технике
Yunancaκαλικάντζαρος (eril) /ka.liˈkan.d͡za.ɾos/
φανταστικός δαίμονας που θεωρείται ότι βγαίνει, ομαδικά, στην επιφάνεια της γης από τα έγκατά της τις ημέρες του Δωδεκαημέρου και προκαλεί μικροζημιές
çekim: çoğul καλικάντζαροι · tamlayan καλικάντζαρου
eş: κακανθρωπίσματα, καλιβρούσηδες, καλιοντζής, καλλιοντζής, καλιτσάγγαρος, καλλιτσάγγαρος
köken: Etymology unknown.
aile: καλικαντζαράκι, καλικαντζαρούδι
Ποιος έσπασε το πιάτο; Πρέπει να ’ταν ο καλικάντζαρος, ε;
Japoncaグレムリン
Ukraynacaгре́млін
Fincepikkupiru, riiviö /ˈpikːuˌpiru/
gremlin, imp (small, mischievous sprite or a malevolent supernatural creature)
çekim: çoğul pikkupirut · tamlayan pikkupirun
köken: pikku + piru
Bulgarcaгном, гремлин /ɡnɔm/
gnome
çekim: çoğul гно́мове
Litvancagremlinas
cmn葛雷姆林
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod