Ana içeriğe geç
Platform Menüsü
Keşfet
Haberler
Pazar
Yaşam
Rehber
Sözlük
Türkçe → İngilizce
İngilizce → Türkçe
Ara
χλόμιασμα
🔊
▾
YUNANCA → TR
Tanım
•
το χλώμιασμα, η χλωμάδα ή χλομάδα, το αποτέλσμα του χλωμιάζω-χλομιάζω, το να γίνεται άποιος ωχρός εν πάσει περιπτώσει από ασθένεια ή από στενοχώρια ή αμηχανία
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod