Ana içeriğe geç
Sözlük

φωνασκώ

YUNANCA → TR

Tanım

•φωνάζω πολύ, γίνομαι ακατάληπτος και ενοχλητικός είτε επειδή μιλώ θυμωμένα είτε επειδή φωνάζω για διάφορους λόγους (από χαρά, ένταση κ.λπ.)
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod