φράση πρόσβασης

YUNANCA → TR

Tanım

•passphrase: κωδικός πρόσβασης που προκύπτει από την τροποποίηση μιας φράσης για να είναι εύκολα απομνημονεύσιμος και ασφαλής λόγω μεγέθους και πολυπλοκότητας

Diğer Dillerde

Mot de passe composé d’une phrase entière.
eş: phrase secrète
Farsçaگذرنام
Portekizcefrase-chave, frase-passe, frase-senha
Lehçehasło frazowe
Esperantopasfrazo