Ana içeriğe geç
Sözlük

τρυπαλάκι

YUNANCA → TR

Tanım

: μικρή τρύπα, ιδίως στο έδαφος που δημιουργούν διάφορα μικρόσωμα ζώα του δάσους, π.χ. τα μιαρά (στη κρητική διάλεκτο)

Eş & Zıt Anlamlılar

Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod