τρυπαλάκι

YUNANCA → TR

Tanım

•: μικρή τρύπα, ιδίως στο έδαφος που δημιουργούν διάφορα μικρόσωμα ζώα του δάσους, π.χ. τα μιαρά (στη κρητική διάλεκτο)

Eş & Zıt Anlamlılar