Ana içeriğe geç
Sözlük

ταβερνόβιος

YUNANCA → TR

Tanım

•εκείνος που του αρέσει να πηγαίνει πολύ συχνότερα από το σύνηθες στις ταβέρνες
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod