συνδικαλισμός
YUNANCA → TR
Tanım
•η οργάνωση των εργαζομένων σε σωματεία (συνδικάτα) με σκοπό τη βελτίωση των αμοιβών τους, των συνθηκών εργασίας και ασφάλισης καθώς και το σύνολο των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την οργάνωση αυτή
Diğer Dillerde
Fransızcatrade-unionisme
Organisation des syndicats en trade-unions
İspanyolcasindicalismo, unionismo (eril)
syndicalism
köken: From sindical + -ismo.
aile: anarcosindicalismo