Ana içeriğe geç
Sözlük

στεναχώρια

YUNANCA → TR

Tanım

η δυσάρεστη συναισθηματική κατάσταση, η δυσφορία, η απογοήτευση, η δυσαρέσκεια, η θλίψη, η λύπη, η οδύνη πίκρα
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod