Ana içeriğe geç
Sözlük

σθεναρός

YUNANCA → TR

Tanım

•που έχει σθένος, δύναμη και γενναιότητα, ιδίως στον ψυχικό και ηθικό τομέα
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod