Ana içeriğe geç
Sözlük

πριονιστήριο

YUNANCA → TR

Tanım

•μηχάνημα, κτήριο, εργαστήριο ή επιχείρηση που κόβει κορμούς δέντρων για κατασκευή ξυλείας σε εμπορεύσιμη μορφή (σανίδες, καδρόνια, τάβλες ή ακόμα και κομμάτια κατάλληλα για τζάκι, σόμπες κλπ)
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod