Ana içeriğe geç
Sözlük

περιφραγμένος

YUNANCA → TR

Tanım

•που έχει περιφραχτεί, οριοθετηθεί, περιχαρακωθεί, αποκλειστεί από εξωτερική πρόσβαση
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod