Ana içeriğe geç
Sözlük

περιθωριοποιημένος

YUNANCA → TR

Tanım

•που ζει στο περιθώριο, συνήθως επειδή εκεί έχει εξωθηθεί από ισχυρότερες δυνάμεις (κοινωνικές, εργασιακές κ.λπ.), απομονωμένος, μακριά από τα κέντρα των αποφάσεων
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod