Ana içeriğe geç
Sözlük

περιεκτικότητα

YUNANCA → TR

Tanım

•η ποσότητα κάποιου πράγματος ή υλικού που περιέχεται σε κάποιο άλλο πράγμα ή υλικό
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod