Ana içeriğe geç
Sözlük

παραμερισμός

YUNANCA → TR

Tanım

•η ενέργεια ή το αποτελέσμα του παραμερίζω (κυρίως στη μεταφορική σημασία του)
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod