Ana içeriğe geç
Sözlük

παιδεμός

YUNANCA → TR

Tanım

•το αποτέλεσμα του παιδεύομαι, η ταλαιπωρία που υφίσταται κάποιος ο οποίος αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες στην επιτέλεση ενός ορισμένου έργου

Eş & Zıt Anlamlılar

Eş anlamlılar
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod