Ana içeriğe geç
Sözlük

ξεριζωμός

YUNANCA → TR

Tanım

•η απόσπαση δια της βίας, ο διωγμός ή η αναγκαστική για οικονομικούς λόγους αποχώρηση ατόμου ή κοινότητας ή έθνους από την πατρίδα του ή από τον τόπο στον οποίο γεννήθηκε
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod