Ana içeriğe geç
Sözlük

ξενιτεμός

YUNANCA → TR

Tanım

•η μακρόχρονη διαμονή σε ξένη χώρα, ως αποτέλεσμα οικονομικής ή άλλης ανάγκης

Eş & Zıt Anlamlılar

Eş anlamlılar
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod