Ana içeriğe geç
Sözlük

ξενερωμένος

YUNANCA → TR

Tanım

•αυτός που ενώ αρχικά ήταν ενθουσιασμένος με κάτι (ή είχε καλή γνώμη για κάτι), μετά έχασε το πάθος του ή άλλαξε γνώμη, (συνήθως) γιατί συνέβει κάτι αρνητικό που προκάλεσε αυτήν την μεταστροφή
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod