Ana içeriğe geç
Sözlük

ξαποστέλνω

YUNANCA → TR

Tanım

•απαλλάσσομαι από κάποιο πρόσωπο, αποπέμπω, διώχνω, κατά κανόνα απότομα ή βίαια

Eş & Zıt Anlamlılar

Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod