Ana içeriğe geç
Sözlük

νεραϊδοπαρμένος

YUNANCA → TR

Tanım

•που πάσχει από ψυχική νόσο, εμφανίζει παράλογη συμπεριφορά ή έχει χάσει την ακοή του ή τη λαλιά του
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod