Ana içeriğe geç
Sözlük

ματσούκα

YUNANCA → TR

Tanım

•ραβδί από χοντρό ξύλο, σαν μαγκούρα, για να στηρίζεται κάποιος αλλά και για να χτυπάει
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod