Ana içeriğe geç
Sözlük

μανουβράρισμα

YUNANCA → TR

Tanım

•το αποτέλεσμα του μανουβράρω, η ενέργεια του μανουβράρω, οι ελιγμοί που κάνει κάποιος οδηγώντας ένα όχημα (τρένο, φορτηγό, πλοίο ή και ΙΧ), η μανούβρα

Eş & Zıt Anlamlılar

Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod