Ana içeriğe geç
Sözlük

μαδάρα

YUNANCA → TR

Tanım

•αποψιλωμένη έκταση, γυμνή, άδενδρη, ακατάλληλη για γεωργική εκμετάλλευση
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod