Ana içeriğe geç
Sözlük

λιγοψυχία

YUNANCA → TR

Tanım

•η έλλειψη θάρρους σε κρίσιμη στιγμή, το δείλιασμα, η λιποψυχία
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod