κρόταλο
YUNANCA → TR
Tanım
•κρουστό όργανο, που αποτελείται από μικρούς δίσκους (από ξύλο, μέταλλο, οστό ή άλλο υλικό), τους οποίους χτυπάμε, προκειμένου να παραχθεί έρρυθμος ήχος, συνοδευτικός της μουσικής που παράγουν τα υπόλοιπα όργανα και ο τραγουδιστής
Diğer Dillerde
Portekizcecrótalo
Latincecrotalum /ˈkrɔ.ta.ɫũː/
castanet
çekim: çoğul crotala · tamlayan crotalī
köken: From Ancient Greek κρόταλον (krótalon, “clapper, castanet, rattle”).
grcκρόταλον