Ana içeriğe geç
Sözlük

κοντοστέκομαι

YUNANCA → TR

Tanım

•σταματάω ενώ περπατάω, συνήθως ξαφνικά, για λόγους αμφιβολίας, δισταγμού, σκέψης ή άλλης ενέργειας
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod