Ana içeriğe geç
Sözlük

κολαούζο

YUNANCA → TR

Tanım

•εργαλείο με το οποίο δημιουργούνται σπειρώματα (βόλτες) σε εσωτερικές επιφάνειες (μεταλλικές, ξύλινες ή από άλλο υλικό)

Eş & Zıt Anlamlılar

Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod