Ana içeriğe geç
Platform Menüsü
Keşfet
Haberler
Pazar
Yaşam
Rehber
Sözlük
Türkçe → İngilizce
İngilizce → Türkçe
Ara
κικινέλαιο
🔊
▾
YUNANCA → TR
Tanım
•
φυτικό έλαιο που παράγεται από το τροπικό φυτό Ρίκινος ο Κοινός και το χρησιμοποιούμε σαν καθαρτικό ή στην παρασκευή σαπουνιών, λιπαντικών, βαφών, αρωμάτων κ.ά.
Eş & Zıt Anlamlılar
Eş anlamlılar
καστορέλαιο
ρετσινόλαδο
ρητινέλαιο
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod