Ana içeriğe geç
Sözlük

καλοστεκούμενος

YUNANCA → TR

Tanım

•που βρίσκεται σε καλή κατάσταση, είτε σωματικά (αν και είναι ηλικιωμένος) είτε οικονομικά
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod