Ana içeriğe geç
Sözlük

θετικότητα

YUNANCA → TR

Tanım

•το να είναι κάποιος ή κάτι θετικό(ς), η ιδιότητα του θετικού, ανάμεσα σε άλλα και σε κάποια ιατρική εξέταση
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod