Ana içeriğe geç
Platform Menüsü
Keşfet
Haberler
Pazar
Yaşam
Rehber
Sözlük
Türkçe → İngilizce
İngilizce → Türkçe
Ara
θετικότητα
🔊
▾
YUNANCA → TR
Tanım
•
το να είναι κάποιος ή κάτι θετικό(ς), η ιδιότητα του θετικού, ανάμεσα σε άλλα και σε κάποια ιατρική εξέταση
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod