Ana içeriğe geç
Sözlük

θειοπηγή

YUNANCA → TR

Tanım

ιαματική(;) πηγή απ’ όπου αναβλύζει νερό που περιέχει θείο (θειούχο νερό)
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod