ζαβλακωμένος

YUNANCA → TR
Tanım
•που έχει ζαβλακωθεί, που έχει χαζέψει
Eş & Zıt Anlamlılar
Eş anlamlılar
αποχαυνωμένος
αποκαρωμένος
ναρκωμένος