Ana içeriğe geç
Sözlük

επιμερισμός

YUNANCA → TR

Tanım

•ο χωρισμός ενός ποσού ή αφηρημένου πράγματος σε μερίδια και η κατανομή τους
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod