Ana içeriğe geç
Platform Menüsü
Keşfet
Haberler
Pazar
Yaşam
Rehber
Sözlük
Türkçe → İngilizce
İngilizce → Türkçe
Ara
εκναυλώνω
🔊
▾
YUNANCA → TR
Tanım
•
ως ιδιοκτήτης πλοίου ή αεροπλάνου το παραχωρώ (εκμισθώνω) σε τρίτο για μεταφορά εμπορευμάτων ή επιβατών για λογαριασμό του και εισπράττω από αυτόν ναύλο
Eş & Zıt Anlamlılar
Eş anlamlılar
εκμισθώνω
υπερώνυμο
ενοικιάζω
υπερώνυμο
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod