Ana içeriğe geç
Platform Menüsü
Keşfet
Haberler
Pazar
Yaşam
Rehber
Sözlük
Türkçe → İngilizce
İngilizce → Türkçe
Ara
δύσμορφος
🔊
▾
YUNANCA → TR
Tanım
•
που αποκλίνει ως προς την εξωτερική όψη από ό,τι θεωρείται φυσιολογικό είτε εκ γενετής ή κατόπιν ατυχήματος, κακοσχηματισμένος ή παραμορφωμένος
Eş & Zıt Anlamlılar
Eş anlamlılar
απαισιόμορφος
δυσειδής
κακόμορφος
κακόσχημος
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod