Ana içeriğe geç
Sözlük

δύσμορφος

YUNANCA → TR

Tanım

•που αποκλίνει ως προς την εξωτερική όψη από ό,τι θεωρείται φυσιολογικό είτε εκ γενετής ή κατόπιν ατυχήματος, κακοσχηματισμένος ή παραμορφωμένος
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod