Ana içeriğe geç
Sözlük

δερβέναγας

YUNANCA → TR

Tanım

•ο αρχηγός (αγάς) στρατιωτικού σώματος που φρουρούσε στενά περάσματα (δερβένια)
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod