Ana içeriğe geç
Sözlük

δαπανηρός

YUNANCA → TR

Tanım

•που απαιτεί μεγάλη δαπάνη για να αποκτηθεί, διεξαχθεί ή συντηρηθεί
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod