γοφός

/ɣoˈfos/
eril
YUNANCA → TR

Çekim Tablosu

çoğulγοφοί
tamlayanγοφού

Tanım

•η περιοχή του σώματος γύρω από το άνω τμήμα του μηρού και την άρθρωση του ισχίου

Etimoloji

From Ancient Greek γόμφος (gómphos).