Ana içeriğe geç
Sözlük

γεφυροποιός

YUNANCA → TR

Tanım

•αυτός (αρχιτέκτονας, μηχανικός, τεχνίτης κ.λπ.) που κατασκευάζει γέφυρες
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod