βιοασφάλεια

YUNANCA → TR

Tanım

•προστασία των οικοσυστημάτων και του ανθρώπου από ενδεχόμενη βλάβη από βιολογικούς παράγοντες, όπως μολυσματικά μικρόβια ή τροποποιημένα γονίδια

Diğer Dillerde

İrlandacabithshábháilteacht (dişil)
biosafety
çekim: tamlayan bithshábháilteachta
köken: From bith- + sábháilteacht.