Ana içeriğe geç
Sözlük

βαλβολίνη

YUNANCA → TR

Tanım

•είδος ορυκτελαίου που χρησιμεύει ως λιπαντικό μηχανών, κιβωτίου ταχυτήτων, διαφορικών κ.λπ.
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod