αυτοομοιότητα

YUNANCA → TR

Tanım

•μαθηματική ιδιότητα κατά την οποία ένα σχήμα ή δομή παρουσιάζει την ίδια μορφή ή κανονικότητα σε διαφορετικές κλίμακες, έτσι ώστε τμήματά του να αναπαράγουν το όλο ή άλλα τμήματά του

Diğer Dillerde

İspanyolcaautosimilaridad (dişil)
self-similarity
çekim: çoğul autosimilaridades
Rusçaсамоподо́бие, самоподо́бность
Çekçesoběpodobnost (dişil) /ˈsobjɛpodobnost/
self-similarity
çekim: çoğul soběpodobnosti · tamlayan soběpodobnosti
köken: From sobě- + podobnost.